Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

ΜΟΣΚΩΒ ΣΕΛΗΜ - ΒΙΖΥΗΝΟΣ



Ο Μοσκώβ - Σελήμ είναι το τελευταίο διήγημα του Βιζυηνού και δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Εστία τo 1895, ενώ ο Βιζυηνός βρισκόταν έγκλειστος στο ψυχιατρείο. Πρόκειται για ένα αφήγημα πλούσιο σε ηθογραφικά και ψυχογραφικά στοιχεία και μας παρουσιάζει τις περιπέτειες ενός κυνηγημένου και αδικημένου ανθρώπου, του Τούρκου Σελήμ. Μάλιστα στον πρόλογο του έργου ο συγγραφέας αναφέρει για την επιλογή του να περιγράψει τις περιπέτειες ενός Τούρκου:

«Φοβούμαι μήπως οι φανατικοί της ιδικής μου φυλής ονειδίσωσι ένα Έλληνα συγγραφέα, διότι δεν απέκρυψεν την αρετήν σου ή δεν υπεκατέστησεν εν τη αφηγήσει σου ένα χριστιανικόν ήρωα. Αλλά μη σε μέλει. Δεν θα αφαιρεθεί τι από την αξίαν σου, διότι ενεπιστεύθης εις εμέ τας περιπετείας της ζωής σου και δεν θα με τύψει ποτέ η συνείδησις, διότι, ως απλούς χρονογράφος, εξετίμησα εν σοι ουχί τον άσπονδον εχθρόν του Έθνους μου, αλλ' απλώς τον άνθρωπον. Δια τούτο μη σε μέλλει, θα γράψω την ιστορίαν σου.» 

Κείνα τα χρόνια στη Θράκη, Έλληνες Βούλγαροι Τούρκοι ζούσαν μαζί, πλάι-πλάι. Ακόμα και οι Ρώσοι. Ο Βιζυηνός δεν εξετάζει την εθνική και φυλετική τους προέλευση. Ούτε και νοιάζεται για τη θρησκεία τους. Όλοι τους είναι άνθρωποι κι έχουν τα ίδια δικαιώματα στην καρδιά του. Θαυμάσια, θα μπορούσε τα διηγήματα αυτά ν' ανήκουν στην Τουρκική, τη Βουλγαρική και τη Ρωσική λογοτεχνία. Τον άνθρωπο ξεχώρισε ο Βιζυηνός στο πρόσωπο του Μοσκώβ-Σελήμ κι όχι τον Τούρκο. Το ίδιο κάνει κι ο Τούρκος Μοσκώβ-Σελήμ, όταν μένει κατάπληκτος από την ανθρωπιά των Ρώσων. Χαίρεται την ανθρωπιά τους την ωραία συμπεριφορά τους προς τους αντίπαλους αιχμαλώτους του πολέμου και ημερεύει, αλαφρώνει, λευτερώνεται από το θρησκευτικό και εθνικιστικό φανατισμό.


Το διήγημα «Ο Μοσκώβ-Σελήμ» είναι ένα ψυχογράφημα ενός αντιπροσωπευτικού Τούρκου, που επιλέγει ο Βιζυηνός να τον καταστήσει κεντρικό ήρωα της ιστορίας του, ασκώντας συστηματική σπουδή της τουρκικής ψυχής και νοοτροπίας. Με τη συγγραφή του «Μοσκώβ-Σελήμ» γκρεμίζει τα τείχη του φυλετικού μίσους και οικοδομεί την αγάπη και τη φιλία που μπορεί να αναπτύσσεται σε πρόσωπα, ανεξάρτητα από τη φυλή και το θρήσκευμά τους. Ο αφηγητής λέει κάποια στιγμή περιγράφοντας τη συνάντηση με τον ήρωα: «Καλά λοιπόν το λέγουν πως δύο άνθρωποι μπορεί να είναι τόσο ξένοι μεταξύ τους και όμως οι ψυχές τους να είν’ αδέλφια!»

ΠΕΡΙΛΗΠΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

Πρόκειται για την ιστορία ενός Τούρκου της επαρχιακής αριστοκρατίας, τρίτο αγόρι της οικογένειάς του, που γνωρίζει την αδικία στο οικογενειακό του περιβάλλον και στην κατοπινή του ζωή, όταν υπηρετεί την πατρίδα του στους αλλεπάλληλους πολέμους στο β΄ μισό του 19ου αιώνα. Η αιχμαλωσία του από τους Ρώσους, τους εχθρούς των Τούρκων, θα του δώσει την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι αυτοί που παρουσιάζονται εχθροί του τουρκικού έθνους, είναι άνθρωποι με καλοσύνη που τιμούν την ανδρεία των εχθρών τους και συμπεριφέρονται με ανθρωπιά στους αιχμαλώτους τους. Προβαίνει έτσι σε συγκρίσεις και φτάνει μάλιστα στο σημείο, Τούρκος αυτός, να εύχεται την κατάληψη της πατρίδας του από τους Ρώσους πιστεύοντας πως θα είναι πιο δίκαιοι από τους ομοεθνείς του. Στην κρίσιμη όμως ώρα που του δίνουν την (ψεύτικη) πληροφορία ότι οι Ρώσοι κατεβαίνουν και πάλι στη Βαλκανική, αυτός ο νοσταλγός και θαυμαστής των Ρώσων, έρχεται σε φοβερή εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στα φιλορωσικά του αισθήματα και στο καθήκον του απέναντι στην πίστη του, την πατρίδα και τον Σουλτάνο και μη μπορώντας να βαστάξει αυτή τη μεγάλη πίεση πεθαίνει από εγκεφαλική συμφόρηση.

  ΚΑΠΟΙΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ....

Ο αφηγητής εντυπωσιάζεται από την αξιοθαύμαστη καρτερία και αντοχή που επιδεικνύει ο ήρωας στα δεινά του πολέμου, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τη θηλυπρεπή αγωγή που του επέβαλλε η μητέρα του μέσα στο χαρέμι έως τα 12 χρόνια του. Η απορία είναι εύλογη, καθώς μια ανατροφή με τέτοιους όρους (γυναικεία ρούχα, μακιγιάζ, χαρέμι), θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει στην αποβολή όλων των αντρικών χαρακτηριστικών που απαιτούνται για μια επιτυχημένη στρατιωτική θητεία. Στην προκειμένη περίπτωση μια τέτοια εξέλιξη αποτρέπεται, γιατί, όπως θα ’λεγε και η ψυχανάλυση, το υπερεγώ του υποκειμένου βρίσκει υποστηρίγματα, δηλαδή υποκατάστατα στο μορφοείδωλο (imago) του πατέρα κι όχι στο μορφοείδωλο της μητέρας. Δηλαδή, εδώ το υποκείμενο χτίζει το ιδανικό του Εγώ με τις προβολές του πάνω στον πατέρα , και αυτή η επιλογή ακυρώνει οποιοδήποτε "ευνουχιστικό" αποτέλεσμα στην ψυχοσύνθεση του Μοσκώβ-Σελήμ.
O μικρός Σελήμ, εγκλωβισμένος σε μια μορφή που απεχθάνεται, θαυμάζει τον απτόητο και ανδρικό χαρακτήρα του πατέρα, τη φιλοτιμία και υπερηφάνεια του, δηλαδή όλες εκείνες τις αρετές του πατέρα, τις εμποτισμένες με εθνικό εγωισμό και θρησκευτικό φανατισμό: «Εγώ μέσα μου τον ελάτρευα κ’ επιθυμούσα να γίνω σαν εκείνον, ωπλισμένος καβαλάρης, τόσῳ θερμότερα, όσῳ περισσότερον επέμεναν να με κρατούν εις το χαρέμι!».
Σ’ όλη του τη ζωή διακατέχεται από την αγωνιώδη επιθυμία να φανεί αντάξιος του πατέρα, κερδίζοντας έτσι το σεβασμό και την αγάπη του: «Διότι η μόνη μου επιθυμία ήτο να μ’ αγαπήσῃ ο πατέρας μου." Ο πατέρας απέρριπτε το μικρό του γιο εξαιτίας της θηλυπρεπούς αμφίεσης και της εξωτερικής ομοιότητάς του με τη μητέρα. Η απόρριψη του πατέρα από τη μια βέβαια πληγώνει τον ψυχισμό του παιδιού, από την άλλη όμως συμβάλλει θετικά στην αναχαίτιση της ευνουχιστικής διαδικασίας που θα μπορούσε να τροχοδρομήσει η αναγκαστική θηλυπρεπής αγωγή.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι στις οικογενειακές δομές της τουρκικής κοινωνίας του 19ου αιώνα, ο νόμος και λόγος του πατέρα είναι αδιαφιλονίκητος. Τα δεδομένα και οι όροι της συμβίωσης των δύο φύλων ανάγονται σε πρωταρχικά μοτίβα και αρχέγονες λειτουργίες. Οι άντρες και οι γυναίκες τοποθετούνται αμετάκλητα σε προκατασκευασμένες θέσεις και προσχεδιασμένες καταστάσεις. Οι γυναίκες πρέπει να προσαρμόζονται σε πρότυπες, αυστηρά καθορισμένες και υποταγμένες συμπεριφορές. Το αντρικό μοντέλο της δομής εκείνης της κοινωνίας υιοθετεί την ιδεολογία της «κατωτερότητας», αλλά και την ίδια την υποτέλεια των γυναικών. Ο λόγος περί ερωτικών σχέσεων των ανθρώπων αυτών είναι περισσότερο λόγος «περί εξουσίας» και λιγότερο περί οτιδήποτε άλλου. Ο άντρας-αφέντης ανάγεται σε αδιαμφισβήτητο αρχέτυπο.

Στο διήγημα ο πατέρας είναι ο αδιαφιλονίκητος αφέντης του σπιτιού που μπαινοβγαίνει στο χαρέμι, στο χώρο δηλαδή που οι γυναίκες του (η πολυγαμία ήταν αποκλειστικά αντρικό προνόμιο) είναι περιορισμένες και έτοιμες πάντα να δεχτούν τις ορέξεις του αφέντη, ο οποίος σπανίως τους απευθύνει το λόγο: «Τον πατέρα μας τον έβλεπα πολύ σπανίως ήταν υπερήφανος, αυστηρός άνθρωπος και δεν ωμιλούσε πολύ εις το χαρέμι […]. Ήταν όμως και παλληκαράς άνθρωπος αγαπούσε πολύ τα άλογα και τα όπλα και επερίπαιζε τα γυναικίστικα πράγματα» . Μια τέτοια εικόνα  αυστηρού πατέρα βοηθάει τελικά το παιδί της δυαδικής σχέσης (δηλαδή το μικρό Σελήμ) να κάνει αποδεχτό το νόμο του πατέρα μέσα από το λόγο του.  Έτσι ίσως εξηγείται η ανδροπρεπής προσωπικότητα του Σελήμ και η εύκολη αποβολή όλων των γυναικείων χαρακτηριστικών της θηλυπρεπούς αγωγής του. Παράλληλα όμως κρατάμε μία επιφύλαξη για το τελικό αποτύπωμα αυτής της παιδικής εμπειρίας στο ασυνείδητο του ήρωα. Η διάσταση φύλου-γένους της παιδικής ηλικίας ίσως προοιωνίζει τις δύο αντικρουόμενες φάσεις της ενήλικης ζωής.
Ο  Σελήμ έζησε δύο φάσεις στη ζωή του, τόσο αντίθετες μεταξύ τους, όσο και τα στοιχεία που κληρονόμησε από τις αντίθετες φύσεις των γονέων του. Στην πρώτη φάση ο εθνικός εγωισμός και ο φανατισμός της θρησκείας είναι οι δυο κινητήριοι μοχλοί της δράσης του ήρωαΣτηδεύτερη φάση, ο Σελήμ όχι μόνο διαγράφει από τη συνείδησή του τα προαναφερθέντα φρονήματα, αλλά υιοθετεί πλέον τα εκ διαμέτρου αντίθετα.( στροφή στο φιλορωσισμό)
Οι κοινωνικές συνθήκες και οι εθνικές ανάγκες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας καθορίζουν τη συλλογική συνείδηση της τουρκικής κοινότητας του 19ου αιώνα. Ο Σελήμ είναι αναπόσπαστο μέρος αυτής της συνείδησης, και ο κοινωνικός του χαρακτήρας, από τη μια καθορίζεται από τις προσδοκίες ή υποχρεώσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος, και από την άλλη από τους προσωπικούς κοινωνικούς του σκοπούς και προσπάθειες. Η προσωπική βούληση πάντα παραμένει παρούσα, όπως αποδεικνύεται άλλωστε και από τη συμπεριφορά του αδερφού του Χασάν. (αρνήθηκε τη στράτευση)

Ο ήρωας, αιχμάλωτος στη Ρωσία, διαπιστώνει την πλάνη των πεποιθήσεών του. Όπως μας πληροφορεί ο αφηγητής, οι Ρώσοι από πολιτική οπισθοβουλία ,περιέβαλαν τους Τούρκους αιχμαλώτους με απίστευτες περιποιήσεις. Ο Σελήμ, δέκτης πλέον μιας συμπεριφοράς πρωτόγνωρης γι’ αυτόν από τον προαιώνιο εχθρό, και με δεδομένη την ταπείνωση και την αδικία που γνώρισε στους κόλπους του τουρκικού στρατού, ανακαλύπτει ξανά τον εαυτό του και τον κόσμο.
Η επάνοδός του στην πατρίδα σταθεροποιεί τον φιλορωσισμό του, και τα γεγονότα που ακολουθούν τον οδηγούν σταδιακά στην αποκήρυξη της εθνικής του ταυτότητας και τελικώς στην παράνοια. Στην Κωνσταντινούπολη γίνεται μάρτυρας της αχαριστίας των τουρκικών αρχών απέναντι στους εξαντλημένους στρατιώτες, και ο ίδιος γίνεται θύμα σωματικής και πνευματικής κακοποίησης. Όταν τελικά επιστρέφει στη γενέτειρά του βρίσκει καμένο το σπίτι του, και την οικογένεια του ξεκληρισμένη. Κανείς δεν ήταν εκεί να την υπερασπιστεί, όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Ο ίδιος βρισκόταν πολύ μακριά, υπερασπιζόμενος «του κράτους την τιμή και τη σημαία της θρησκείας
Μετά απ’ όλες αυτές τις περιπέτειες ο ήρωας καταλήγει μισότρελος στην Καϊνάρτζα της Ανατολικής Θράκης, όπου τον συναντά ο συγγραφέας. Ο παλιός ατρόμητος πολεμιστής έχει μετατραπεί σε γραφική φιγούρα. Η αμφίεσή του ανταποκρίνεται στο όνομα του μ’ όλα αυτά τα ρωσικής και τουρκικής προέλευσης ενδύματα που δημιουργούν ένα σύνολο παράδοξο και κωμικό συγχρόνως. Ο Μοσκώβ-Σελήμ, πενηντάρης πια και αποκομμένος από τις ρίζες του, οχυρώνεται σ’ έναν φαντασιωτικό κόσμο, περιμένοντας τους Ρώσους να περάσουν ξανά τον Δούναβη για να ενωθεί μαζί τους.
Ο ήρωας υιοθετώντας μια συμπεριφορά ηθικά και κοινωνικά διαφοροποιημένη από το σύνολο γίνεται περίγελος των ομοεθνών του: «Οι Τούρκοι πάλι έρχονται εδώ και τρώγουν και πίνουν και διασκεδάζουν μ’ αυτόν και τον περιπαίζουν».
Όταν του δίδεται η (ψεύτικη) πληροφορία ότι ήλθαν οι Ρώσοι παθαίνει εγκεφαλική συμφόρηση από λύπη κι όχι από χαρά όπως νομίζει ο γιατρός. Μπροστά στο μεγάλο δίλημμα να πάει ή όχι με τους Ρώσους, «μία νύχτα, όλη νύχτα επάλευεν ο νους με την καρδιά του». Οι προσπάθειές του αναχαιτίζονται από τους συντριπτικούς όρους της πραγματικότητας που συνεχώς του επιβάλλεται, χωρίς τη θέλησή του. Η εθνική του καταγωγή προκαλεί μέσα του τα πιο δυσάρεστα και επίμονα συναισθήματα, κυνηγώντας τον και στοιχειώνοντάς τον. Η εσωτερική πάλη είναι αναπόφευκτη, καθώς αναζητεί μια εικόνα που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, αλλά που την έχει απλώς φανταστεί:
Ο πατέρας μου και η μητέρα μου ήσαν ισλάμ… Εγώ κι όλοι οι οσμανλήδες κτήμα του Σουλτάνου… Το αίμα καμμιά φορά νερό γίνεται;… Πως ν’ αρνηθώ το αίμα μου!… Αυτή η φοβερή ιδέα μ’ εβασάνισε μια νύχτα, όλη νύχτα… Μια νύχτα, όλη νύχτα επάλευεν ο νους με την καρδιά μου… Επάνω στα ξημερώματα… από τη λύπη μου, από τη συλλογή μου, μ’ αποφάνηκε… 

Στον επίλογο του διηγήματος, όταν ο ήρωας μαθαίνει από τον αφηγητή ότι ούτε ήλθε, ούτε θα ξανάρθει πλέον Ρώσος στη χώρα του Σουλτάνου, παθαίνει δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο από τη χαρά του αυτή τη φορά  και πεθαίνει, καθώς σύμφωνα με τον αφηγητή: «Ο Τούρκος έμεινε Τούρκος» 
Ο Μοσκώβ-Σελήμ, όπως άλλωστε και όλοι οι ήρωες του Βιζυηνού, ζει μόνιμα μέσα σε δύο πραγματικότητες. 
Η μία είναι αυτό που βλέπει να γίνεται γύρω του και θεωρεί σαν αντικειμενική πραγματικότητα γιατί όλα τα πράγματα έχουν συγκεκριμένες διαστάσεις και όγκο, και μια πραγματικότητα εσωτερική που είναι αποτέλεσμα μιας πολύπλοκης ψυχολογικής διαδικασίας, στην οποία βασικό ρόλο παίζει η ψυχολογική του υποδομή, η λειτουργική δράση  του συνειδητού και του ασυνειδήτου, η φαντασία και ο προσωπικός του συμβολικός κώδικας.
 Ο Μοσκώβ-Σελήμ ζει πράγματα που δεν υπάρχουν, καθώς οι φαντασιώσεις και οι ονειροπολήσεις, κυριολεκτικά, τον συντηρούν δίνοντάς του σκοπούς και διεξόδους, όταν οι εξωτερικοί περιορισμοί τον πνίγουν…