Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

"Να παλεύεις χωρίς να καταδέχεσαι να ζητάς ανταμοιβή, [αυτό] είναι η αληθινή ελευθερία"



Ο μεγαλύτερος ίσως Έλληνας φιλόσοφος, του οποίου η πένα έχει σχολιασθεί ποικιλοτρόπως και από πολλούς, ο Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957) δεν ήταν ένα, αλλά πολλά πράγματα ταυτόχρονα, γιατί πάντα εκτιμούσε την ιστορική στιγμή και συμπορευόταν μαζί της. 

Φιλόσοφος, ποιητής, δημοσιογράφος, μεταφραστής, θεατρικός συγγραφέας…άλλαξε τη νεοελληνική διανόηση.

Στο έργο του, «Ασκητική» (Salvatores Dei) , εκφράζει όλες του τις μεταφυσικές ανησυχίες του και όλα του τα πιστεύω. Όπως και ο ίδιος έγραψε, «η Ασκητική είναι η πιο σπαραχτική Κραυγή της ζωής μου».

Η «Ασκητική», είναι επηρεασμένη κατά πολύ από τον Μπερξόν και την Κοσμοθεωρία του Νίτσε. Για τον Νίτσε έλεγε ο ίδιος, «ο Νίτσε με δίδαξε πως δεν πρέπει ποτέ να ‘χεις μια αντίληψη για τη ζωή που να σου επιτρέπει ελπίδες και ανταμοιβές. Είσαι ελεύθερος άνθρωπος, όχι μισθοφόρος.

Να παλεύεις χωρίς να καταδέχεσαι να ζητάς ανταμοιβή, [αυτό] είναι η αληθινή ελευθερία».
  
Το κυνήγι της ελευθερίας για τον Καζαντζάκη ήταν το υπέρτατο χρέος του ανθρώπου. Η έννοια της ελευθερίας και του ανθρώπου ταυτίζονται και η πρώτη προηγείται της ανθρώπινης πραγματικότητας. Για να κατακτηθεί η ελευθερία απαιτείται η απουσία του φόβου και της ελπίδας και η μετατροπή της ανάγκης σε βούληση.

Για την πολιτική ελευθερία, ο Καζαντζάκης ακολουθεί το πρότυπο του Ρουσώ, όπου ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα να πράττει ότι θέλει μέσα σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο θεσπισμένο με νόμους και ηθικά προστάγματα.

Απόσπασμα από την Ασκητική
Χρέος έχεις και μπορείς στο δικό σου τον τομέα να γίνεις ήρωας. Αγάπα τον κίντυνο. Τι είναι το πιο δύσκολο; Αυτό θέλω! Ποιο δρόμο να πάρεις; Τον πιο κακοτράχαλον ανήφορο. Αυτόν παίρνω κι εγώ ακολούθα μου! 

Να μάθεις να υπακούς. Μονάχα όποιος υπακούει σε ανώτερο του ρυθμό είναι λεύτερος. Να μάθεις να προστάζεις. Μονάχα όποιος μπορεί να προστάζει είναι αντιπρόσωπος μου απάνω στη γης ετούτη.

Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω. Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους να ζητάς συντρόφους…

Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν’ αφανίζουνται, και λέω: «Αυτό θέλω!»

Ξέρω τώρα δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία…